El pasado lunes 21 de marzo fue el Día Mundial de la Poesía y en las dos tiendas de la cadena de librerías IANÓS [ΙΑΝΟΣ] lo celebraron con sendos actos: el de Salónica lo dedicaron a la historia de la poesía en lengua griega e hicieron un bellísimo recorrido por los poemas musicalizados desde la primera manifestación conservada de la Antigüedad hasta hoy.
ΕΙΚΩΝ Η ΛΙΘΟΣ ΕΙΜΙ.
ΤΙΘΗΣΙ ΜΕ ΣΕΙΚΙΛΟΣ
ΕΝΘΑ ΜΝΗΜΗΣ ΑΘΑΝΑΤΟΥ
ΣΗΜΑ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΝ
Soy una imagen de piedra.
Sícilo me pone aquí,
donde soy por siempre,
señal de eterno recuerdo.
Κέλομαί σε Γογγύλα
Πέφανθι λάβοϊσά μα
Γλακτίν αν σε δηύτε πόθος
αμφιπόταταϊ.
ταν καλάν α γαρ κατάγωγις αύτα
απτόαισ' ιδοϊσαν, εγώ δε χαίρω,
και γαρ αύτα δη τόδε μέμφεταί σοι
Κυπρογένηα.
ΕΙΚΩΝ Η ΛΙΘΟΣ ΕΙΜΙ.
ΤΙΘΗΣΙ ΜΕ ΣΕΙΚΙΛΟΣ
ΕΝΘΑ ΜΝΗΜΗΣ ΑΘΑΝΑΤΟΥ
ΣΗΜΑ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΝ
Soy una imagen de piedra.
Sícilo me pone aquí,
donde soy por siempre,
señal de eterno recuerdo.
Ὅσον ζῇς, φαίνου,
μηδὲν ὅλως σὺ λυποῦ·
πρὸς ὀλίγον ἐστὶ τὸ ζῆν,
τὸ τέλος ὁ xρόνος ἀπαιτεῖ.
Mientras vivas, brilla,
no sufras por nada en absoluto.
La vida dura poco,
y el tiempo exige su tributo.
«Κέλομαί σε Γογγύλα» – Safo (Λέσβος ~630 – 570 a. C.)
Πέφανθι λάβοϊσά μα
Γλακτίν αν σε δηύτε πόθος
αμφιπόταταϊ.
ταν καλάν α γαρ κατάγωγις αύτα
απτόαισ' ιδοϊσαν, εγώ δε χαίρω,
και γαρ αύτα δη τόδε μέμφεταί σοι
Κυπρογένηα.
Σε φωνάζω Γογγύλα
Φανερώσου πάλι κοντά μου
Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς,
νά 'ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν
όμορφη, και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ,
μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει.
Φανερώσου πάλι κοντά μου
Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς,
νά 'ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν
όμορφη, και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ,
μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει.
![]() |
| Traducción de Juan Manuel Macías |
Erotócrito - Vitsendsos Cornaros (Ηράκλειο 1553-1614)
Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα,
π' ο κύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα;
Τέσσερεις μέρες μοναχά μού δωκε ν' ανιμένω
Κι' απόκει να ξενητευτώ πολλά μακρά να πηαίνω
και πώς να σ’ αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο ξορισμόν εκείνο;
Κατέχω το κι' ο κύρης σου γλήγορα σε παντεύει
Ρηγόπουλο, Αφεντόπουλο, σαν είσαι συ γυρεύει
και δε μπορείς ν' αντθισταθής στα θέλουν οί γονείς σου
νικούν τηνε τή γνώμη σου κι' αλλάσει η όρεξή σου
Μιά χάρη Αφέντρα σου ζητώ κι' εκείνη θέλω μόνο
καί μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω
την ώρα π' αρραβωνιστής να βαραναστενάξης
κι' όντε σα νύφη στολιστής σαν παντρεμένη αλλάξης
ν' αναδακρυώσης καί να πής, Ρωτόκριτε καημένε
τα σού ταζα λησμόνησα, τα θέλες μπλιό δέ έναι.
Λησμόνησε παντοτινά και διώξε κάθε ελπίδα
και πες πως δε με γνώρισες μητέ κι εγώ πως σ'είδα.
Κάλλια 'χω σε με θάνατο παρ' άλλη με ζωή μου
Γιά σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου!
¿Has escuchado, Aretusa mía, las funestas noticias
de que tu padre me ha desterrado al camino del exilio?
Cuatro días más me ha dejado quedarme
Y entonces marcharé, iré muy lejos
¿Y cómo separarme de ti, y cómo alejarme,
y cómo vivir sin ti en este destierro?
Entiendo que tu padre te casará pronto,
el hijo de un rey, de un noble, dignos de ti está buscando
y no puedes oponerte a los deseos de tus padres,
que someten tu mente y cambian tu voluntad.
Un favor te pido, dueña de mi corazón, y solo eso quiero,
y después terminaré alborozado con mi vida:
en el momento en que te prometas, suspira profundamente
y cuando te vistas de novia, cuando pases a casada,
suelta una lágrima y di “Pobre Erotócrito
cuanto te prometí olvidé, cuanto deseabas ya no existe”.
Olvida para siempre y expulsa toda esperanza
y di que no me conociste y que yo no te vi.
Mejor tenerte en la muerte que a otra en vida.
¡Por ti vino mi cuerpo a nacer en este mundo!
Ερωφίλη (1595) – Γεώργιος Χορτάτσης (Κρήτη 1550–1610)
Το όνειρο της Ερωφίλης
Δυο περιστέρια πλουμιστά
μου φαινετόνε, Νένα
σ’ ένα ψηλότατο δεντρό, Νένα μου
κι εθόρου φωλεμένα.
Κι εσμίγασι κανακιστά
και σπλαχνικά εφιλούσα
κι ένα τ`αλλού τα πάθη τως, Νένα μου
σου φαίνετο εμιλούσα.
Μα πάνω στις χαρές τόνε
γεις λούπης πεινασμένος
σώνει στη μέση και των δυο
περίσσα θυμωμένος.
Κι άρπαξε το`να ξαφνικά
τ`άλλο από την αγκάλη
και ξέσκισέ το κι έφα το
μ`αχορταγιά μεγάλη.
Και τ`άλλο που επόμεινε
τόσα πολλά ελυπήθη
απού κι εκείνο να μη ζει, Νένα μου
μιαν ώρα εβουλήθη.
Και το ζημιό τη μούρη ντου
προς τση καρδιάς τα μέρη
μπήχρει κι αυτό και σφάζεται, Νένα μου
για τ`ακριβό του ταίρι.
σ’ ένα ψηλότατο δεντρό, Νένα μου
κι εθόρου φωλεμένα.
Κι εσμίγασι κανακιστά
και σπλαχνικά εφιλούσα
κι ένα τ`αλλού τα πάθη τως, Νένα μου
σου φαίνετο εμιλούσα.
Μα πάνω στις χαρές τόνε
γεις λούπης πεινασμένος
σώνει στη μέση και των δυο
περίσσα θυμωμένος.
Κι άρπαξε το`να ξαφνικά
τ`άλλο από την αγκάλη
και ξέσκισέ το κι έφα το
μ`αχορταγιά μεγάλη.
Και τ`άλλο που επόμεινε
τόσα πολλά ελυπήθη
απού κι εκείνο να μη ζει, Νένα μου
μιαν ώρα εβουλήθη.
Και το ζημιό τη μούρη ντου
προς τση καρδιάς τα μέρη
μπήχρει κι αυτό και σφάζεται, Νένα μου
για τ`ακριβό του ταίρι.
Η ξανθούλα (1823) – Διονύσιος Σολωμός (Ζάκυνθος 1798-1857)
Την είδα τη Ξανθούλα,
που μπήκε στη βαρκούλα
να πάει στη ξενιτιά.
Εφούσκωνε τ’ αγέρι
λευκότατα πανιά,
ωσάν το περιστέρι
π’ απλώνει τα φτερά.
Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη, με χαρά,
κι αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.
Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ιδώ,
ως που η πολλή μακρότης
μου το ‘κρυψε κι αυτό.
Σε λίγο, σε λιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό
Και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό,
εδάκρυσαν οι φίλοι,
εδάκρυσα κι εγώ.
Δε κλαίγω τη βαρκούλα,
δε κλαίγω τα πανιά,
μόν’ κλαίγω τη Ξανθούλα
που πάει στη ξενιτιά.
Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
με τα λευκά πανιά,
μόν’ κλαίγω τη Ξανθούλα
με τα ξανθά μαλλιά.
A la muchacha rubia
la vi anoche, tarde,
subiéndose a la barca
para irse al exilio.
El aire hinchaba
las velas blanquísimas,
como la paloma
que extiende las alas.
Estaban los amigos
tristes, alegres,
y ella con el pañuelo
les dice adiós.
Y su despedida
pude verla yo.
hasta que la gran distancia
la ocultó de mi vista.
Tras un rato, un momento
ya no sabía decir
si veía unas velas
o la espuma del mar.
Y cuando la vela y el pañuelo
se perdieron en el agua,
lloraron los amigos,
y lloré también yo.
No lloro por la barca,
no lloro por las velas,
solo lloro por la rubia
que se va al extranjero.
No lloro por la barca
de velas blanquísimas,
solo lloro por la rubia
de cabellos rubísimos.
λευκότατα πανιά,
ωσάν το περιστέρι
π’ απλώνει τα φτερά.
Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη, με χαρά,
κι αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.
Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ιδώ,
ως που η πολλή μακρότης
μου το ‘κρυψε κι αυτό.
Σε λίγο, σε λιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό
Και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό,
εδάκρυσαν οι φίλοι,
εδάκρυσα κι εγώ.
Δε κλαίγω τη βαρκούλα,
δε κλαίγω τα πανιά,
μόν’ κλαίγω τη Ξανθούλα
που πάει στη ξενιτιά.
Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
με τα λευκά πανιά,
μόν’ κλαίγω τη Ξανθούλα
με τα ξανθά μαλλιά.
A la muchacha rubia
la vi anoche, tarde,
subiéndose a la barca
para irse al exilio.
El aire hinchaba
las velas blanquísimas,
como la paloma
que extiende las alas.
Estaban los amigos
tristes, alegres,
y ella con el pañuelo
les dice adiós.
Y su despedida
pude verla yo.
hasta que la gran distancia
la ocultó de mi vista.
Tras un rato, un momento
ya no sabía decir
si veía unas velas
o la espuma del mar.
Y cuando la vela y el pañuelo
se perdieron en el agua,
lloraron los amigos,
y lloré también yo.
No lloro por la barca,
no lloro por las velas,
solo lloro por la rubia
que se va al extranjero.
No lloro por la barca
de velas blanquísimas,
solo lloro por la rubia
de cabellos rubísimos.
Τα παράκαιρα (1919): «Σ’ αγαπώ» – Κ. Παλαμάς (Πάτρα 1859 - Αθήνα 1943)
Σ' αγαπώ με τη γλώσσα του πουλιού τ' αηδονιού
και με τ' άφραστα μ' όσα στο θαμπό μου το νου μισοζούν
Σ' αγαπώ σ' αγαπώ στο θαμπό μου το νου
σ' αγαπώ σ' αγαπώ στο θαμπό μου το νου
Σ' αγαπώ μ' όλα τ' άστρα του βαθιού μ' ουρανού
στήσου αγάπη μου πλάστρα στο θαμπό μου το νου
Σ' αγαπώ σ' αγαπώ στο θαμπό μου το νου
σ' αγαπώ σ' αγαπώ στο θαμπό μου το νου
Te amo con la lengua del ave, del ruiseñor
y con lo inefable, con lo que malvive en mi turbia mente
Te amo, te amo en mi turbia mente
Te amo, te amo en mi turbia mente
Te amo con todas las estrellas de mi profundo cielo
Quiero que te yergas, amor mío, creadora en mi turbia mente
Te amo, te amo en mi turbia mente
Te amo, te amo en mi turbia mente
Το σκοτεινό τρυγόνι (1874) – Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 1851-1911)
Μάννα μου, εγώ ’μαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει.
Το δόλιο! όπου κι αν στραφεί κι απ όπου κι αν περάσει,
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί κλωνάρι να πλαγιάσει.
Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ’ αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ’ αφρισμένη,
παλεύω με τα κύματα χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα πλην την ευχή σου μόνη.
Στην αγκαλιά σου τη γλυκειά, μανούλα μου, ν’ αράξω
μεσ’ στο βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.
Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω
του ριζικού μου από μακρυά τη θύρα ν’ αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.
Να της ειπώ: είναι πολλά, σκληρά τα βάσανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα, φύκια κι άμμο.
Είναι κι η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη
π’ αρνήθηκε την Παναγιά κι οπ’ έλεος δεν θα ’βρει.
Κι εκείνη μ’ αποκρίθηκε κι εκείνη απελογήθη:
«Ήτο ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που ’γεννήθης·
άλλοι επήραν τον ανθό και συ τη ρίζα πήρες,
όντας σε έπλασ’ ο Θεός δεν είχε άλλες μοίρες».
Madre, yo soy la desdichada, la oscura tórtola
que azota el viento, lluvia que lo hiere.
¡Qué infeliz!, que adonde vaya y por donde pase
no encuentra una piedra donde posarse, una rama donde apoyarse.
Yo, barquita solitaria, barquita que huyó,
en mar abierto, en piélago espumoso,
lidio con las olas sin velas, sin timón
y no tengo más ancla que tu sola bendición.
En tus dulces brazos, madre, echar anclas,
antes de hundirme en este profundo piélago.
Μadre, quería irme, marcharme, emigrar,
la puerta de mi destino desde lejos divisar.
En el trágico reino del Hado penetrar
y allí hallar mi destino y preguntarle.
Decirle: son muchos y arduos mis tormentos;
como la red que encierra mar, algas y arena
así de dura es mi suerte, como el alma negra
que negó a la Virgen y no hallará consuelo.
Y él me contestó, y él se defendió:
«No tenía sol, desdichado, el día en que naciste
otros recibieron la flor y tú acabaste con la raíz
cuando Dios te creó se quedó sin nada que repartirte».
«Ιθάκη» (1911) – Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (Αλεξάνδρεια 1863-1933)
![]() |
| «Ten siempre a Ítaca en la mente.» (Trad.: Juan Manuel Macías, 2015) |
«Η πόλις» (1910) – Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (Αλεξάνδρεια 1863-1933)
Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Dijiste: «Iré a otra tierra, iré a otro mar.
Otra ciudad ha de haber mejor que esta.
Cada esfuerzo mío es una condena dictada;
y mi corazón está -como un muerto- enterrado.
¿Hasta cuándo seguirá mi alma en este marasmo?
Adonde vuelva mis ojos, adonde quiera que mire
veo aquí las ruinas negras de mi vida,
donde pasé tantos años que arruiné y perdí».
No hallarás nuevas tierras, no hallarás otros mares.
La ciudad te seguirá.
Vagarás por las mismas calles.
Y en los mismos barrios te harás viejo;
y entre las mismas paredes irás encaneciendo.
Siempre llegarás a esta ciudad. Para otra tierra -no lo esperes-
no tienes barco, no hay camino.
Como arruinaste aquí tu vida,
en este pequeño rincón,
así en toda la tierra la echaste a perder.
Trad.: Pedro Bádenas de la Peña, 2003
«Κεριά» (1899) – Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (Αλεξάνδρεια 1863-1933)
Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.
Los días del futuro están delante de nosotros
como una hilera de velas encendidas
-velas doradas, cálidas, y vivas.
Quedan atrás los días ya pasados,
una triste línea de velas apagadas;
las más cercanas aún despiden humo,
velas frías, derretidas, y dobladas.
No quiero verlas; sus formas me apenan,
y me apena recordar su luz primera.
Miro adelante mis velas encendidas.
No quiero volverme, para no verlas y temblar,
cuán rápido la línea oscura crece,
cuán rápido aumentan las velas apagadas.
Trad.: Miguel Castillo Didier, 1991
«Μνήμη» (1896) – Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (Αλεξάνδρεια 1863-1933)
Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει
του αχαρίστου όχλου των θνητών.
Είν’ οι θεοί αθάνατοι. Aπό τα βλέμματά μας
τους κρύπτουσι νεφέλαι αργυραί.
Ω Θεσσαλία ιερά, Σε αγαπώσιν έτι,
Σε ενθυμούνται αι ψυχαί αυτών.
Εν τοις θεοίς, ως εν ημίν, ανθούσιν αναμνήσεις,
της πρώτης των αγάπης οι παλμοί.
Ότε ερών το λυκαυγές φιλεί την Θεσσαλίαν,
σφρίγος από τον βίον των θεών
περνά την ατμοσφαίραν της· και κάποτ’ αιθερία
μορφή επί των λόφων της πετά.
No mueren los dioses. Muere la fe
de la hueste ingrata de mortales.
Los dioses son inmortales. De nuestras miradas
los esconden nubes de plata.
¡Oh sagrada Tesalia! Te aman todavía,
de ti se acuerdan sus almas.
Entre los dioses, igual que entre nosotros, florecen recuerdos,
latidos de su primer amor.
Cuando, enamorada, la aurora besa a Tesalia,
la vitalidad rebosante de los dioses
recorre su atmósfera y, a veces, una figura
celestial sobrevuela sus colinas.
Trad.: Pedro Bádenas de la Peña, 2003
«Τείχη» (1896) – Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (Αλεξάνδρεια 1863-1933)
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.
Sin miramiento, sin piedad, sin pudor
grandes y altas murallas en torno mio levantaron.
Y ahora estoy aquí sin esperanza.
No pienso sino que este destino devora mi razón;
porque fuera, mucho tenía yo que hacer.
¿Por qué, ay, no reparé cuando iban levantando la muralla?
Mas nunca oí el ruido ni la voz de sus autores.
Sin sentirlo, fuera del mundo me cercaron.
Trad.: Pedro Bádenas de la Peña, 2003
«Κι αν έσβησε σαν ίσκιος...» (1921) – Κώστας Καρυωτάκης (Τρίπολη 1896 - Πρέβεζα 1928)
Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·
κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιά μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·
κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ—
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλον ουρανό,
η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ’ζησα ζωή!
«Γιατί μ' αγάπησες...» (1928) – Μαρία Πολυδούρη (Καλαμάτα 1902 - Αθήνα 1930)
«Νυχτερινό» (1932) – Ναπολέων Λαπαθιώτης (Αθήνα 1888 - 1944)
Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
που λάμπει μέσ᾿ τη νύχτα -τίποτ᾿ άλλο.
Μια φωνή γρικιέται μέσ᾿ το σάλο
και που σε λίγο παύει -τίποτ᾿ άλλο.
Πέρα μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο
του καραβιού που φεύγει -τίποτ᾿ αλλο.
Και μόνον εν παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου. -Τίποτ᾿ άλλο.
Una luna verde, colosal,
que brilla en medio de la noche; nada más.
Una voz se oye en la tempestad
y al poco se apaga; nada más.
A lo lejos, una última señal
del barco que zarpa; nada más.
Y solo en una queja sustancial
en lo profundo de mi mente; nada más.
Μες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλη η παρέα πίναμε εψές
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.
Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής,
ω, πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.
(Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ' ουρανού·
ω της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε σβήνετε μακριά μας
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!)
Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερη η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιός του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.
- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.
Έτσι, στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί·
σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
En la taberna subterránea,
entre humo e injurias
(arriba rechinaba el organillo)
todos bebíamos anoche
anoche, como todas las noches,
para bajar la hiel.
Apretados uno junto al otro
alguien escupía al suelo,
ay, qué gran tormento
¡el tormento es vida!
Por mucho que se torture la mente,
no es capaz de recordar un día claro.
(Sol y mar celeste
y fondo del cielo libertino;
¡ay, gasa gualda del alba,
clavel del ocaso,
brilláis y os apagáis a lo lejos
sin entrar en los corazones!)
El padre de uno lleva diez años
paralítico, cual fantasma;
el de otro tiene esposa achaparrada
que agoniza en casa por la tuberculosis;
en Palamidi está el hijo de Masis
y la hija de Yavís en Gasi.
-¡Es nuestra maldita suerte!
-¡Es el Señor que nos odia!
en lo profundo de mi mente; nada más.
«Οι μοιραίοι» (1922) – Κώστας Βάρναλης (Βουλγαρία 1884 - Αθήνα 1974)
Μες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλη η παρέα πίναμε εψές
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.
Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής,
ω, πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.
(Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ' ουρανού·
ω της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε σβήνετε μακριά μας
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!)
Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερη η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιός του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.
- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.
Έτσι, στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί·
σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
En la taberna subterránea,
entre humo e injurias
(arriba rechinaba el organillo)
todos bebíamos anoche
anoche, como todas las noches,
para bajar la hiel.
Apretados uno junto al otro
alguien escupía al suelo,
ay, qué gran tormento
¡el tormento es vida!
Por mucho que se torture la mente,
no es capaz de recordar un día claro.
(Sol y mar celeste
y fondo del cielo libertino;
¡ay, gasa gualda del alba,
clavel del ocaso,
brilláis y os apagáis a lo lejos
sin entrar en los corazones!)
El padre de uno lleva diez años
paralítico, cual fantasma;
el de otro tiene esposa achaparrada
que agoniza en casa por la tuberculosis;
en Palamidi está el hijo de Masis
y la hija de Yavís en Gasi.
-¡Es nuestra maldita suerte!
-¡Es el Señor que nos odia!
-¡Es nuestra cabeza mala!
-¡Es el vino más que nada!
¿Quién es? ¿Quién es? Nadie
lo ha encontrado y nadie lo sabe aún.
Así, en la lóbrega taberna
siempre bebemos agachados;
como los gusanos,
como nos vean, nos pisan.
Cobardes, malignos y pasivos todos juntos,
esperando, quizá, algún milagro.
Tράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Xορτιάτης
κι' ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μούγινες μοτάρι και καρφί.
Mε έριχνε η Tούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.
Tη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Tα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.
Kαι τί δεν έχω υποσχεθεί και τί δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
―της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι―
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.
Tο δαχτυλίδι πούφερνα μου τόκλεψε η Oράγια.
Tον παπαγάλο ― μάδησε κι' έπαψε να μιλεί.
Aς εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι' ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.
Tίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει, ―
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Eμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει.
Tης Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Nα μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Kι' αν κάποια στην Kαλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να ρθώ απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ᾿ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.
Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ᾿ αγαπήσαν.
Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ᾿ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ι Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.
Σκουρια πυροχρωμη στις μνήμες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμά του άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.
Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.
*
Πουθ᾿ έρχεσαι; Απ᾿ τη Βαβυλώνα.
Που πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπας; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν᾿ έν᾿ αγόρι μ᾿ ένα μάτι.
Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.
Νά ῾χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ᾿ την Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.
Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ᾿ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρα τον καζαμία.
Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γειά χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιε που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω
Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης
Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκιά ζεστή κι αντρίκεια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δεν φτάνουν τα χαλίκια
Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά
τα ωραία θα ειν' δικά μας
και τώρα εσβήστης κι έσβησε
το φέγγος κι η φωτιά μας.
En un día de mayo me dejaste, en ese día de mayo te perdí.
En la primavera amabas tan bien, hijo, cuando subías
-¡Es el vino más que nada!
¿Quién es? ¿Quién es? Nadie
lo ha encontrado y nadie lo sabe aún.
Así, en la lóbrega taberna
siempre bebemos agachados;
como los gusanos,
como nos vean, nos pisan.
Cobardes, malignos y pasivos todos juntos,
esperando, quizá, algún milagro.
«Θεσσαλονίκη ΙΙ» (1979) – Νίκος Καββαδίας (Μαντζουρία 1910 - Αθήνα 1975)
Tράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Xορτιάτης
κι' ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μούγινες μοτάρι και καρφί.
Mε έριχνε η Tούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.
Tη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Tα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.
Kαι τί δεν έχω υποσχεθεί και τί δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
―της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι―
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.
Tο δαχτυλίδι πούφερνα μου τόκλεψε η Oράγια.
Tον παπαγάλο ― μάδησε κι' έπαψε να μιλεί.
Aς εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι' ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.
Tίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει, ―
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Eμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει.
Tης Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Nα μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Kι' αν κάποια στην Kαλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να ρθώ απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.
«Φάτα Μοργκάνα» (Τραβέρσο, 1975) – Νίκος Καββαδίας (Μαντζουρία 1910 - Αθήνα 1975)
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ᾿ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.
Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ᾿ αγαπήσαν.
Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ᾿ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ι Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.
Σκουρια πυροχρωμη στις μνήμες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμά του άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.
Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.
*
Πουθ᾿ έρχεσαι; Απ᾿ τη Βαβυλώνα.
Που πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπας; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν᾿ έν᾿ αγόρι μ᾿ ένα μάτι.
Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.
Νά ῾χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ᾿ την Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.
Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ᾿ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρα τον καζαμία.
Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γειά χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.
«Θεσσαλονίκη» (1945) – Νίκος Καββαδίας (Μαντζουρία 1910 - Αθήνα 1975)
«Επιτάφιος» (1936) – Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασιά 1909 - Αθήνα 1990)
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιε που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω
Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης
Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκιά ζεστή κι αντρίκεια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δεν φτάνουν τα χαλίκια
Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά
τα ωραία θα ειν' δικά μας
και τώρα εσβήστης κι έσβησε
το φέγγος κι η φωτιά μας.
En un día de mayo me dejaste, en ese día de mayo te perdí.
En la primavera amabas tan bien, hijo, cuando subías
Al tejado empapado de sol y divisabas desde allá,
tus ojos nunca se saciaban de beber la luz del mundo.
Con tu voz varonil tan dulce y cálida, volvías a contar
tantas cosas como guijarros hay en las playas.
Hijo, dijiste que todas esas maravillas serían nuestras
Pero ahora tu luz ha muerto, el brillo y las brasas se han apagado.
tus ojos nunca se saciaban de beber la luz del mundo.
Con tu voz varonil tan dulce y cálida, volvías a contar
tantas cosas como guijarros hay en las playas.
Hijo, dijiste que todas esas maravillas serían nuestras
Pero ahora tu luz ha muerto, el brillo y las brasas se han apagado.
Trad.: P. Potdevin
«Άρνηση» (1972) – Γιώργος Σεφέρης (Σμύρνη 1900 - Αθήνα 1971)
Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.
Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.
En la playa escondida
y blanca como paloma
tuvimos sed un mediodía
pero el agua era salada.
En la arena dorada
escribimos su nombre;
suave sopló la brisa
Y la letra se borró.
Con qué coraje, con qué aliento,
con qué deseos y pasión
tomamos nuestra vida: ¡qué error!
Y la vida tuvimos que cambiar.
Trad.: Pedro Bádenas de la Peña, 1986
«Λίγο ακόμα» (1933) – Γιώργος Σεφέρης (Σμύρνη 1900 - Αθήνα 1971)
Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει
λίγο ακόμα,
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.
Un poco más
y veremos florear a los almendros
brillar al sol los mármoles
al mar romperse en olas
un poco más,
alcémonos aún un poco más.
Trad.: Selma Ancira, 2012
«Κεμάλ» (1968) – Νίκος Γκάτσος (Αρκαδία 1911 - Αθήνα 1992)
«Της αγάπης αίματα» (Το άξιον εστί, 1959) – Οδυσσέας Ελύτης (Ηράκλειο 1911 - Αθήνα 1996)
Tης αγάπης αίματα με πορφύρωσαν
Kαι χαρές ανείδωτες με σκιάσανε
Oξειδώθηκα μες στη νοτιά
των ανθρώπων
Mακρινή Mητέρα Pόδο μου Aμάραντο
Στ' ανοιχτά του πέλαγου με καρτέρεσαν
Mε μπομπάρδες τρικάταρτες και μου ρίξανε
Aμαρτία μου νά ’χα κι εγώ
μιαν αγάπη
Mακρινή Mητέρα Pόδο μου Aμάραντο
Tον Iούλιο κάποτε μισανοίξανε
Tα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου
Tην παρθένα ζωή μια στιγμή
να φωτίσουν
Mακρινή Mητέρα Pόδο μου Aμάραντο
Kι από τότε γύρισαν καταπάνω μου
Tων αιώνων όργητες ξεφωνίζοντας
«O που σ’ είδε, στο αίμα να ζει
και στην πέτρα»
Mακρινή Mητέρα Pόδο μου Aμάραντο
Tης πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα
Mες στις πέτρες άνθισα και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα με φως
ξεπληρώνω
Mακρινή Mητέρα Pόδο μου Aμάραντο
Sangre del amor me enrojeció
Y alegrías no vistas me ensombrecieron
Me oxidé en el noto
de los hombres
Madre Lejana mi Rosa Inmarchitable
En la mar abierta me aguardaron
Con bombardas de tres mástiles y me arrojaron
Mi pecado, tuviera también yo
un amor
Madre Lejana mi Rosa Inmarchitable
En julio a veces se entreabrieron
Sus grandes ojos en mis entrañas
Para iluminar por un instante
la vida virgen
Madre Lejana mi Rosa Inmarchitable
Y desde entonces giraron por encima de mí
Cóleras de los siglos dando voces
«El que te vio, en la sangre que viva
y en la piedra»
Madre Lejana mi Rosa Inmarchitable
A mi patria de nuevo me igualé
Florecí entre las piedras y crecí
La sangre de los asesinos con la luz
expío yo
Madre Lejana mi Rosa Inmarchitable
«Το σκάκι» (1996) – Μανόλης Αναγνωστάκης (Θεσσαλονίκη 1925 - Αθήνα 2005)
Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου.
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω;
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ώς την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.
Vamos a jugar.
Te regalaré mi reina
(Era para mí una vez la amada
Ahora no tengo ya la amada)
Te regalaré mis torres
(Ahora ya no abro fuego contra mis amigos
Han muerto tiempo antes que yo)
Y el rey este no fue nunca mío
Y después tantos soldados ¿Para qué los quiero?
(Tiran hacia adelante, ciegos, sin sueños siquiera)
Todo, hasta mis caballos te los daré
Sólo me quedaré con este locuelo
Que sabe ir únicamente por un color
Y zancadas de un extremo al otro
Riéndose ante esas tantas armaduras tuyas
Entrando en tus líneas de pronto
Removiendo los sólidos flancos.
Y no tiene fin esta partida.
Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.
Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.
Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.
Abro la puerta de noche,
sostengo la lámpara en alto,
para que vean los afligidos de la tierra,
para que vengan, que tengan compañía.
Que encuentren la mesa puesta,
un cántaro para que beba el pesar
y entre nosotros estará
el dolor, hermano del mundo.
Que encuentren una esquina donde apoyarse,
un taburete donde sentarse el ciego
y allí, según hablamos,
vendrá el redentor a hacernos compañía.
Te regalaré mi reina
(Era para mí una vez la amada
Ahora no tengo ya la amada)
Te regalaré mis torres
(Ahora ya no abro fuego contra mis amigos
Han muerto tiempo antes que yo)
Y el rey este no fue nunca mío
Y después tantos soldados ¿Para qué los quiero?
(Tiran hacia adelante, ciegos, sin sueños siquiera)
Todo, hasta mis caballos te los daré
Sólo me quedaré con este locuelo
Que sabe ir únicamente por un color
Y zancadas de un extremo al otro
Riéndose ante esas tantas armaduras tuyas
Entrando en tus líneas de pronto
Removiendo los sólidos flancos.
Y no tiene fin esta partida.
Trad.: Alfonso Silván, 1996
«Την πόρτα ανοίγω το βράδυ» (1978) – Τάσος Λειβαδίτης (Αθήνα 1922 - 1988)
Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.
Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.
Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.
Abro la puerta de noche,
sostengo la lámpara en alto,
para que vean los afligidos de la tierra,
para que vengan, que tengan compañía.
Que encuentren la mesa puesta,
un cántaro para que beba el pesar
y entre nosotros estará
el dolor, hermano del mundo.
Que encuentren una esquina donde apoyarse,
un taburete donde sentarse el ciego
y allí, según hablamos,
vendrá el redentor a hacernos compañía.



No hay comentarios:
Publicar un comentario